Τετάρτη, 29 Νοεμβρίου 2017

Ανακοίνωση της Αντιεξουσιαστικής Κίνησης για τα γεγονότα του Πολυτεχνείου στην Αθήνα

Ένας αναγκαίος πρόλογος

Η συμμετοχή μας κάθε χρόνο στις εκδηλώσεις για την εξέγερση του Πολυτεχνείου, πέραν του αυτονόητου γεγονότος της καταγγελίας της θανατοπολιτικής του κράτους ενάντια στους εξεγερμένους −πότε με τα κρατικά τανκς (δολοφονηθέντες από τη χούντα), πότε με τα κρατικά ρόπαλα (Κουμής και Κανελοπούλου) και πότε με τις κρατικές σφαίρες (Μιχάλης Καλτεζάς)−, μας συνδέει και με την άμεση συμμετοχή των αναρχικών στο Πολυτεχνείο του 1973, αλλά και όλων των μεταπολιτευτικών επετείων από το 1974 μέχρι σήμερα. Σε όλες αυτές τις εκδηλώσεις ο πολιτικός λόγος της συμμετοχής μας ήταν να ξεσκεπάσουμε το ψέμα όλων των εκδοχών της Αριστεράς, και ειδικότερα εκείνων που θέλουν να στριμώξουν το Πολυτεχνείο μέσα στην εθνικο-αντιιμπεριαλιστική φενάκη, αλλά και την καθεστωτική κρατική ιδεολογία που ήθελε να θαφτεί το νόημα κάτω από τα στεφάνια σύσσωμης της Βουλής των Ελλήνων. Η συμμετοχή των αναρχικών την περίοδο της μεταπολίτευσης στις κινητοποιήσεις για το Πολυτεχνείο δεν ήταν αναίμακτη. Όλες οι εκδοχές της Αριστεράς −πέρα από το όπλο της συκοφαντίας− μεταχειρίστηκαν την ωμή βία αλλά και την κατάδοση στην αστυνομία με σκοπό την αναχαίτιση του ολοένα και αναπτυσσόμενου αναρχικού ρεύματος την εποχή εκείνη. Οι συγκρούσεις κάθε χρόνο ήταν αιματηρές (με κορυφαίες αυτές του ’79 με την ΚΝΕ και την ΕΣΑΚ). Βέβαια, η επιμονή του αναρχικού και αντιεξουσιαστικού κινήματος πέτυχε να εξουδετερώσει κάθε εμπόδιο και να κυριαρχήσει στο Πολυτεχνείο από τα μέσα της δεκαετίας του ’80, έχοντας πάντα τα μαζικότερα μπλοκ. Αυτό είναι, λοιπόν, το νήμα που μας συνδέει με τις εκδηλώσεις του Πολυτεχνείου. Αναφέρουμε όλα τα παραπάνω διότι όντως υπάρχει αυτή η ιστορικότητα της συμμετοχής του αντιεξουσιαστικού, αναρχικού και αυτόνομου κινήματος, και έχει σαφή χαρακτηριστικά για όποιον θέλει και προσπαθεί να τα επικαλείται − είτε απλώς σαν αναφορά είτε πολύ περισσότερο σαν περιεχόμενο.


Για την κατάληψη της Τετάρτης

Την Τετάρτη 15/11 το πρωί μια ομάδα «εξεγερτικών αναρχικών», αν το αναφέρουμε σωστά, μας είχε προετοιμάσει μια έκπληξη. Κατέλαβε το Πολυτεχνείο και απαγόρευσε την είσοδο στους φοιτητικούς συλλόγους και σε συλλογικότητες της Αριστεράς, σε μια προσπάθεια να ματαιωθεί ο παραδοσιακός εορτασμός και να τεθούν τα πάντα σε ένα νέο πλαίσιο, το οποίο αυτή η ομάδα βέβαια είχε προδιαμορφώσει και προαποφασίσει. Επικαλέστηκε, μάλιστα, αντιεξουσιαστικές θέσεις ενάντια στα κόμματα, στις παρατάξεις αλλά και ενάντια στην ίδια τη φενάκη του εορτασμού, τον οποίο όλοι λίγο-πολύ έχουν «βαρεθεί». Η πρακτική, όμως, εάν δεν συνάδει με τον σκοπό ή το εκάστοτε περιεχόμενο, τότε καταλήγει να οδηγείται στην ίδια την αναίρεση τόσο του σκοπού όσο και του περιεχομένου. Ο μπλανκιστικός ή πραξικοπηματικός τρόπος εφαρμογής των ιδεών δημιουργεί επιβολή στον δημόσιο χώρο και σε πολλές περιπτώσεις μικρές ή μεγάλες ολιγαρχίες.
Εδώ οφείλουμε να ανοίξουμε μια σχετικά εκτενής παρένθεση, διότι υπάρχει εκ μέρους της ομάδας αυτής δηλωμένο κόλλημα, το οποίο και αδυνατούμε να κατανοήσουμε, ειδικά από τη στιγμή που μας καταλογίζονται σε σταθερή βάση πράγματα που γίνονται ή ψιθυρίζονται, όχι μόνο χωρίς να έχουμε την παραμικρή σχέση αλλά επιπλέον χωρίς καν να τα γνωρίζουμε. Και αυτό είναι κάτι που δεν επιδέχεται αμφισβήτησης. Τελευταίο παράδειγμα αποτέλεσε ο καταλογισμός ευθυνών στην Αντιεξουσιαστική Κίνηση για την παρέμβαση στο Πολυτεχνείο ομάδων του αναρχικού χώρου, παρέμβαση για την οποία η Αντιεξουσιαστική Κίνηση ούτε ρωτήθηκε ούτε καλέστηκε να συμμετάσχει ούτε συμμετείχε εθελοντικά. Η σύγχυση που τους έχει καταβάλλει είναι προϊόν ελλείμματος, είτε πολιτικού είτε υπαρξιακού, και αν δεν είναι κάτι ανάλογο, δυστυχώς δεν μπορούμε να διαγνώσουμε άλλες αιτίες, διότι μέχρι εκεί φτάνει η νοητική μας δυνατότητα. 

Εν πάσει περιπτώσει, αυτή είναι η φύση της πραξικοπηματικής εξουσίας. Η θέση μας για τα συμβάντα στο φετινό Πολυτεχνείο είναι πολιτική και τη λέμε ανοιχτά και δημόσια από την πρώτη ημέρα της κατάληψης, ειδικά από τη στιγμή που άπαντες επικαλούνται τον αναρχισμό και την αντιεξουσία ως περιεχόμενο − και αυτό μας αφορά περισσότερο απ’ ολα.

Το άνοιγμα του Πολυτεχνείου

Ότι η ομάδα που προχώρησε στην κατάληψη προέρχεται από τον αναρχικό χώρο δεν επιδέχεται καμιάς αμφιβολίας, και η τρανταχτή απόδειξη είναι ότι σύσσωμος ο αναρχικός χώρος αντέδρασε απέναντι σε αυτό − και είναι λογικό διότι τους αφορούσε. Για πρώτη φορά τις τελευταίες δεκαετίες, με πρωτοβουλία της Ταξικής Αντεπίθεσης, συσπειρώθηκε όλος σχεδόν ο χώρος και με υποδειγματικό τρόπο δήλωσε παρών, αποφεύγοντας τους συνήθεις στρουθοκαμηλισμούς. Δεν πραγματοποιήθηκε εκκένωση της κατάληψης και δεν ασκήθηκε ίχνος βίας. Τουναντίον, έγινε μια υποδειγματική πολιτική παρέμβαση και η ομάδα της κατάληψης αντέδρασε αναλόγως. Εδώ, δυστυχώς, έχουμε μια αντιστροφή. Ενώ ο τρόπος ήταν ο ενδεδειγμένος, το περιεχόμενο της ανακοίνωσης της Ταξικής Αντεπίθεσης κινδύνευε να ακυρώσει τον ίδιο τον τρόπο, εάν δεν ήταν τόσο αναγκαίο κα επιθυμητό πανταχόθεν να γίνει αυτό που έγινε. Ο λόγος της εν λόγω ανακοίνωσης εντάσσεται δυστυχώς στη χορεία των χειρότερων αριστερίστικων ανακοινώσεων, θυμίζοντας τον πρακτορολογικό και συνωμοσιολογικό λόγο της εποχής του ξυλοφορτώματος και της κατάδοσης των αναρχο-αυτόνομων. Ένας λόγος αφυδατωμένος από κάθε αναρχική και αντιεξουσιαστική κριτική, επικαλούμενος όχι μόνο τον Λαό και την Αριστερά − με κεφαλαία μάλιστα γράμματα− αλλά ακόμη και τους φοιτητικούς συλλόγους και τα εργατικά σωματεία. Η ανακοίνωση θυμίζει εκείνες της Αριστεράς, και μάλιστα της κυρίαρχης εν Ελλάδι, ούτε καν της πιο ριζοσπαστικής. Το «επέσατε θύματα αδέρφια..», αυτό το μαρτυρολόγιο, το αιώνιο πτώμα που κουβαλάει η Αριστερά του κρατικού καπιταλισμού για να εισπράξει οίκτο, το επικαλείται στην ανακοίνωσή της μια αναρχική συλλογικότητα, ελαφρύνοντας λίγο από την Αριστερά το φορτίο του πτώματος, πέραν του τρικ της συγκινησιακής και συναισθηματικής πανούκλας που θέλει να προκαλέσει σε ευσυγκίνητους μικρομεσαίους πατριώτες. Άλλωστε, μπορεί κάποιος να αυτοπροσδιορίζεται ως κομμουνιστής χωρίς να χρειάζεται γι' αυτό και μόνο τον λόγο να υιοθετεί και την ιστορία του ΚΚΕ. Διότι υπάρχουν κομμουνιστές οι οποίοι αρνούνται την μονοπώληση του κομμουνισμού από το ΚΚΕ και άλλοι κομμουνιστές −αντισταλινικοί− που τάσσονται ενάντια στην ιστορία της ΟΠΛΑ, τους οποίους μάλιστα έχουμε υπερασπιστεί και αναδείξει στο παρελθόν. Αν και δεν μας πέφτει λόγος, το αναφέρουμε γιατί υπάρχει και αυτό. Δεν θέλουμε να κάνουμε καμιά αυστηρή ή αφ’ υψηλού κριτική, αλλά θεωρούμε ότι θα έπρεπε να διορθώσουν αυτή την πτυχή του λόγου τους, ακριβώς γιατί όπως οι μέσα (της κατάληψης) δεν νομιμοποιούνται, έτσι και οι έξω επίσης δεν νομιμοποιούνται. Αν δηλαδή ο ένας δρα λενινιστικά και ο άλλος μιλάει λενινιστικά, έχουμε ένα ενιαίο νόμισμα. Πιστεύουμε, όμως, ότι οι καλοπροαίρετοι της Ταξικής Αντεπίθεσης έχουν τη δυνατότητα στοχασμού και αναστοχασμού και θα τα καταφέρουν. Στον αναρχικό χώρο, δυστυχώς, ποτέ δεν είχε την πρέπουσα σημασία ο λόγος (συνήθως λειτουργούσε ως προπέτασμα καπνού) και ούτε και σήμερα έχει, όσο και αν μερικοί αυτοστρατολογούνται στην ιδεολογία και την ιστορία του ΚΚΕ. Υπό αυτή την έννοια, η πολιτική κριτική είναι ελάσσονος σημασίας, αλλά ας κάνουμε αυτή την αναφορά διότι scripta manent.

Η πορεία της 17ης Νοέμβρη και η επίθεση της καταστολής

Παρ’ όλη την έντονη παραφιλολογία για τα γεγονότα των δύο προηγουμένων ημερών (15-16), τις προβλέψεις για τον καιρό, και ενώ οι βροχές και οι χρόνιες πολιτικές κράτους και τοπικής αυτοδιοίκησης είχαν ήδη στοιχίσει τη ζωή σε 21 ανθρώπους, χιλιάδες άνθρωποι συμμετείχαν στη διαδήλωση της επετείου του Πολυτεχνείου. Το μπλοκ της Αντιεξουσιαστικής Κίνησης Αθήνας, το οποίο συγκεντρώθηκε στην πλατεία Κλαυθμώνος για ακόμη μία χρονιά, ήταν ένα από τα μαζικότερα, εάν όχι το μαζικότερο, μπλοκ της διαδήλωσης, συγκεντρώνοντας εκατοντάδες ανθρώπους, με κεντρικά συνθήματα στα πανό μας «ΟΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΑΛΛΑΖΟΥΝ, Η ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΜΕΝΕΙ ΙΔΙΑ» και «ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΙΣ ΚΡΑΤΙΚΕΣ ΣΚΕΥΩΡΙΕΣ, ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΣΤΗΝ ΗΡΙΑΝΝΑ». Η μαζικότητα αυτή αποτελεί μια πληρωμένη απάντηση, απ’ τη μια, στην κομματική (και πόσο μάλλον στην κοινοβουλευτική) ανάθεση και εκπροσώπηση στους «ειδικούς της πολιτικής» και, από την άλλη, στην «εξεγερμένη» ανάθεση των «ειδικών της βίας». Η διαδήλωση, αφού πέρασε από την αμερικανική πρεσβεία και τα μπλοκ επέστρεφαν από την Λ. Αλεξάνδρας, προσέκρουσε στα όρια ανάμεσα στην άνωθεν εντολή και τον χρυσαυγιτισμό των μπάτσων, τα οποία ως συνήθως είναι δυσδιάκριτα και αλληλοσυμπληρούμενα. Η επίθεση κατά των διαδηλωτών ήταν τυφλή, αναίτια και ιδιαίτερα σφοδρή, με δεκάδες διαδηλωτές (όλων των ηλικιών, φύλων και τάσεων) να βρίσκονται σοβαρά τραυματισμένοι. Καμία ευθύνη, φυσικά, δεν θα αναζητηθεί στη συνέχεια από την αριστερή εξουσία εντός ή εκτός της και αυτό, ενώ είναι αναμενόμενο, καλό είναι να επισημαίνεται για όσους ακόμη ελπίζουν.

Το πάγιο αίτημα, δικό μας και των κινημάτων, για τον αφοπλισμό της αστυνομίας και την κατάργηση των ΜΑΤ είναι ακόμη επίκαιρο.

Για τον τραυματισμό της Αναστασίας Τσουκαλά και τη βία

«...το κακό δεν είναι ποτέ ριζικό, αλλά μονάχα ακραίο, και ότι δεν έχει ούτε βαθύτητα ούτε κάποια δαιμονική διάσταση. Το κακό δύναται να κατακυριεύει τα πάντα και να σαρώνει τον κόσμο ολόκληρο, ακριβώς γιατί διασπείρεται σαν μύκητας. [...] Εδώ έγκειται η ρηχότητά του» Χάνα Άρεντ
Αν ξεκινήσουμε με το γεγονός ότι «Το βράδυ της 17ης Νοεμβρίου η δικηγόρος Τσουκαλά τραυματίστηκε στη συμβολή των οδών Νοταρά και Κουντουριώτη με μια ναυτική φωτοβολίδα, η οποία διαπέρασε το γόνατό της και έκαιγε για αρκετά λεπτά, έως ότου διακομιστεί στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός, όπου και νοσηλεύεται μέχρι νεωτέρας σε κρίσιμη κατάσταση, αφενός λόγω του διαμελισμένου γονάτου και αφετέρου λόγω των περιεχομένων στη φωτοβολίδα χημικών, τα οποία της έχουν προκαλέσει μια σειρά από επικίνδυνες μολύνσεις», θα είχε κάποιος την ειλικρινή απορία για τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτό το περιστατικό φρίκης και τσογλανιάς έλαβε χώρα; Μάλλον όχι... Και αυτή η απουσία απορίας είναι πολιτικά και κοινωνικά ανατριχιαστική. 

Η απλή-τυπική καταδίκη του συμβάντος θα συνηγορούσε στην αντιμετώπισή του ως μεμονωμένου περιστατικού. Αυτό, όμως, θα ήταν αναντίστοιχο με τη στάση που έχουμε ως Αντιεξουσιαστική Κίνηση εδώ και πολλά χρόνια απέναντι στην απονενοημένη και ευκαιριακή βία των Εξαρχείων. Ως εκ τούτου, τον προαναφερθέντα και, πλέον γνωστό σε όλους, σκληρό τραυματισμό της γυναίκας αυτής δεν τον θεωρούμε ένα μεμονωμένο περιστατικό. Πολλώ δε μάλλον, δεν τον θεωρούμε ένα μεμονωμένο περιστατικό αστοχίας. Αντιθέτως, τον εντάσσουμε πλήρως στην κοινότοπη δράση ομάδων οι οποίες, σε ρυθμούς ρουτίνας, αναπαραγάγουν την απελπιστικά παρόμοια δραστηριότητα με μια τυπική κυκλοφέρεια χρόνου. Δημιουργούν έτσι την πεποίθηση μιας εθιμοτυπικής τελετουργίας. Από τα καμένα τρόλεϊ και τους κάδους, τα τσεκούρια και τις επαναστατικές εξάρσεις του σαββατόβραδου μέχρι τον σχεδόν θανατηφόρο τραυματισμό της δικηγόρου, η συνθήκη είναι κοινή και δεν είναι άλλη από τη συντηρητική κανονικότητα της κενής βίας.

Η βία αυτή που ασκείται στη βάση μιας στείρας επανάληψης από τα κάθε λογής συνονθυλεύματα που αυτοαποκαλούνται ομάδες ή συλλογικότητες είναι κενή περιεχομένου. Είναι κενή από κάθε κίνητρο, αιτία και σκοπό. Πρόκειται για μια βία που έχει αναφορά στον εαυτό της. Μια βία που νομιμοποιείται μόνο από τη διαδικασία άσκησής της ή που δεν είναι κάτι άλλο πέρα από αυτή την ίδια τη διαδικασία. Πρόκειται, αλλιώς, για το κενό και αυτοαναφορικό σημείο της β ί α ς. Τα ιδεολογικά άλλοθι, η επίκληση της «μεγάλης εξέγερσης» και οι πολιτικές σκοπιμότητες στις οποίες αναφέρονται όλοι όσοι συμμετέχουν στο παραπάνω εβδομαδιαίο τελετουργικό είναι πλήρως εκκενωμένα από τη δυναμική της εικόνας – δηλαδή, την κινηματογραφική και θεαματική αναπαράσταση των εξωτερικών χαρακτηριστικών της εξέγερσης, όπως της φωτιάς, των φωτοβολίδων, των προσφάτως εμφανισθέντων βεγγαλικών, των σπασμένων φαναριών, της αυστηρής ενδυματολογικής προσέγγισης και πολλών άλλων, όπως αυτά αναπαράγονται ως εικόνες από το σύνολο των μέσων ενημέρωσης. Όλα αυτά αρθρώνουν τη σκηνοθεσία του performing της εξέγερσης. Άλλωστε, είναι πλέον γνωστό, όπως εμμέσως έχουν δηλώσει κάποιοι εξ αυτών, ότι ο σύγχρονος όρος πολιτικοποίησης των απανταχού εξεγερμένων εδώ και αρκετά χρόνια είναι η φολκλορική αναπαραγωγή εικόνων με τα παραπάνω χαρακτηριστικά από το σύνολο των μέσων επικοινωνίας. Εξάλλου, έχουμε διαπιστώσει εδώ και καιρό ότι τα τηλεοπτικά πλάνα, τα φωτογραφικά καρέ και οι ημερομηνίες είναι γι’ αυτούς ό,τι έχει απομείνει από τη βαθιά σημασιολογική εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008.

Μέσα, λοιπόν, σε αυτό το σκηνικό ο αποδέκτης ή θύμα της κενής βίας θα μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε βρίσκεται μέσα ή έξω απ’ αυτή την εξεγερσιακή βιτρίνα, ακριβώς επειδή τα εργαλεία της βίας δεν τίθενται στην εξυπηρέτηση κάποιου σκοπού αλλά στην αυτοεξυπηρέτηση της βίας. Τρόλεϊ, κάδοι, σπίτια, τράπεζες, μπαλκόνια, μπάτσοι, περαστικοί, ένοικοι, αυτοκίνητα, φανάρια, εξεγερμένοι, ακόμα και ο ίδιος που εκτοξεύει τη ναυτική φωτοβολίδα, μπαίνουν αδιάκριτα στην ίδια χοάνη, σαν σημεία που στελεχώνουν το τελετουργικό πρωτόκολλο που πρέπει πάσει θυσία να τηρηθεί. Είναι το όριο που η ανθρώπινη ζωή, εν προκειμένω της άτυχης δικηγόρου, αναμετράται με την κοινοτοπία της κενής-ρηχής βίας. Η κοινοτοπία δε, με όλες τις εκφάνσεις και συνδηλώσεις της, δεν είναι εύκολα διαπιστώσιμη και επιδεκτική ανάλυσης ως τέτοιας. Πολλές φορές, όμως, η καταστροφική της διάσταση είναι και αυτή που μαρτυρά και τις υπόλοιπες συνισταμένες της, και μάλιστα εμφατικά.

Συντηρητισμός είναι να ξέρεις τι να περιμένεις στην προσεχή ημερομηνία της 6ης Δεκέμβρη...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου